ΣΙΝΕΜΑ INFO.GR. Ένα website αφιερωμένο στον κινηματογράφο.

ΠΙΣΩ

Great directors

Greatdirectors

Τι γίνεται όταν ένας πατέρας είναι κινηματογραφόφιλος και προσπαθεί να εμφυτεύσει αυτή την αγάπη του στο παιδί του; Την απάντηση σε αυτό το περίεργο ερώτημα θα μας δώσει η ταινία της πρωτοεμφανιζόμενης σκηνοθέτιδας, της Άντζελας Ισμαΐλος, ελληνικής καταγωγής, που αναφέρεται, με έμμεσο τρόπο στον πατέρα της. Έχουμε να κάνουμε με μια ταινία-ντοκιμαντέρ που αναφέρεται ουσιαστικά στον κινηματογράφο. Η σκηνοθέτης αναφέρεται σε κάποιους σκηνοθέτες και, μέσα από αυτούς, μας μιλάμε προσωπικό τόνο για την Έβδομη Τέχνη. Η ταινία θα βγει στις αίθουσες προς τα τέλη του Σεπτέμβρη.

Η ΤΑΙΝΙΑ

Το ντοκιμαντέρ «Great directors», είναι ένας ύμνος στον κινηματογράφο, με πρωταγωνιστές δέκα από τους πιο φημισμένους, ιδιαίτερους και προκλητικούς  σκηνοθέτες εν ζωή. Είναι μια βαθύτατα προσωπική και οικεία ματιά στην τέχνη του κινηματογράφου και των καλλιτεχνών του. Το ντοκιμαντέρ, σε σκηνοθεσία της Άντζελας Ισμαΐλου, έκανε παγκόσμια πρεμιέρα το 2009, στο Φεστιβάλ της Βενετίας. Περιλαμβάνει πρωτότυπες προσωπικές συνεντεύξεις με διεθνώς καταξιωμένους σκηνοθέτες όπως είναι οι Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, Ντέιβιντ Λιντς, Στίβεν Φρίαρς, Ανίες Βάρντα, Κεν Λόουτς, Λιλιάνα Καβάνι, Τοντ Χέινς, Καθρίν Μπριλά, Ρίτσαρντ Λικλέιτερ και Τζον Σέιλς.

Οι συνεντεύξεις αυτές είναι κάτι περισσότερο από απλά χρονικά των συναντήσεων της Ισμαΐλος με δέκα αξιοσημείωτους άνδρες και γυναίκες. Το ντοκιμαντέρ διανθίζεται από εκτεταμένα αποσπάσματα και αρχειακό υλικό από το έργο των σκηνοθετών. Μας αποκαλύπτει τις ξεχωριστές προσωπικότητες που δημιούργησαν διαχρονικές κινηματογραφικές εικόνες, οι οποίες ενέπνευσαν τόσο την Ισμαΐλο, όσο και όλους μας. Συνομιλώντας με τους κινηματογραφιστές με τρόπο ελεύθερο και συνειρμικό, η Ισμαΐλο διερευνά την καλλιτεχνική εξέλιξη του καθενός, το ρόλο της πολιτικής και της ιστορίας στο έργο τους, τα συναισθήματά τους για τους μεγάλους σκηνοθέτες που τους ενέπνευσαν -ο Μπερτολούτσι αποτίνει φόρο τιμής στους Παζολίνι, Μπριλά, Μπέργκμαν, Χέινς, Φασμπίντερ κ.λπ.- και την αγωνία του καλλιτέχνη που χρησιμοποιεί ένα μέσο που είναι εμπορικό.

Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Την Ισμαΐλο, φανατική κινηματογραφόφιλη, εισήγαγε για πρώτη φορά στη μαγεία του  κινηματογράφου ο πατέρας της, τον οποίο χαρακτηρίζει ως «παθιασμένο κινηματογραφόφιλο» και στον οποίο αφιερώνει το ντοκιμαντέρ. Όπως θυμάται, «ήταν αυτός που με έφερε σε επαφή με όλα τα είδη του κινηματογράφου από πολύ μικρή ηλικία, από τις πρώτες βουβές ταινίες του Ζαν Ρενουάρ σε εκείνες του Αϊζενστάιν, από το νεορεαλισμό του Ροσελίνι στη Nouvelle Vague του Γκοντάρ, από τον Ντζίγκα Βερτόφ στον Ζαν Κοκτώ, από τον Σόι Ιμάμουρα στον Μπέργκμαν, τον Μπουνιουέλ, τον Ντρέγερ, τον Ταρκόφσκι, τον Κουροσάβα, το Φελίνι, τον Αντονιόνι, και ούτω καθεξής. Ήταν ο δάσκαλός μου!».

Αν και σπούδασε κινηματογράφο και σκηνοθεσία στο NYU και στο New York Film Academy και εργάστηκε σε διάφορα σετ στο Λος Άντζελες, η Ισμαιλο  συνειδητοποίησε ότι «η σκηνοθεσία δεν είναι κάτι που μαθαίνεις στο σχολείο». Όπως και πολλοί άλλοι επίδοξοι κινηματογραφιστές, κατάλαβε ότι το ντοκιμαντέρ ήταν ένα είδος που θα μπορούσε να ακολουθήσει αυτόνομα και, καθώς ο θαυμασμός της για επιμέρους κινηματογραφιστές ήταν αυτό που την ενέπνευσε να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο, ήταν φυσικό οι σκηνοθέτες να αποτελέσουν και το πρώτο της θέμα.

«Τους ήξερα μόνο μέσα από τις ταινίες τους», λέει, «και ήθελα να τους γνωρίσω και προσωπικά. Ήθελα να εξερευνήσω τους ανθρώπους πίσω από την κάμερα, ανθρώπους από διαφορετικά έθνη, πολιτισμικό υπόβαθρο, διαφορετικές πολιτικές απόψεις. Σκοπός μου ήταν να βρούμε ένα κοινό νήμα που να τους συνδέει.»

Αν και είναι ελληνικής καταγωγής, η Ισμαΐλο κατοικεί στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι, είναι φυσικό να την έλκουν οι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί κινηματογραφιστές, και μέρος της έρευνάς της ήταν να ανακαλύψει και να βρει τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. «Οι πρώτοι σκηνοθέτες στους οποίους ζήτησα να συμμετάσχουν και που δέχτηκαν,», θυμάται, «ήταν οι Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και Ρόμπερτ Άλτμαν. Ο Άλτμαν ήταν ο πρώτος που δέχτηκε, ωστόσο, λόγω της κακής υγείας του, οι υπεύθυνοι του γραφείου του μου ανέβαλαν συνεχώς το γύρισμα. Ο Μπερνάρντο ήταν ο δεύτερος που δέχτηκε. Μου τηλεφώνησε προσωπικά αφού έλαβε την επιστολή μου και είπε: «Ο τρόπος που σκέπτεστε με συγκίνησε πολύ. Πότε θέλετε να έρθετε στη Ρώμη;». Για να προετοιμαστεί η Ισμαΐλο και το συνεργείο της έφτασαν στη Ρώμη δύο ημέρες πιο νωρίς και έψαξαν για εξωτερικές τοποθεσίες παντού στην πόλη, από το Βατικανό μέχρι τα Ισπανικά σκαλιά, από την Φοντάνα ντι Τρέβι και τη Βία Βένετο, μέχρι την Cinecitta.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΠΕΡΤΟΛΟΥΤΣΙ

Όλες οι τοποθεσίες που επιλέχτηκαν είχαν αποτελέσει ορόσημα του ιταλικού κινηματογράφου. Επειδή ο Μπερτολούτσι ήταν μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος για πολλά χρόνια, η Ισμαΐλο αποφάσισε ότι έπρεπε να μελετήσει την εξέλιξη του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ευρώπη πριν συζητήσει για πολιτική με τον πρώτο της συνεντευξιαζόμενο. «Την προηγούμενη νύχτα,» εξομολογείται, «ξενύχτησα για να διαβάσω το Κομμουνιστικό μανιφέστο του  Μαρξ και του Ένγκελς. Έπρεπε να είμαι στο σπίτι του Μπερτολούτσι στις 11.00 π.μ.» Παρά την μεγάλη προετοιμασία της, η Ισμαΐλο δεν άργησε να καταλάβει ότι βασική αρχή της σκηνοθεσίας είναι ότι «σκηνοθέτης γίνεσαι κατά τη διάρκεια του γυρίσματος, όταν έρχεσαι κατά μέτωπο με το αντικείμενό σου.».

Από την αρχή η Ισμαΐλο αποφάσισε ότι θα χρησιμοποιεί δύο κάμερες για τα γυρίσματα, «μία κάμερα που θα επικεντρώνεται αποκλειστικά στον σκηνοθέτη, και μία σε όλα τα υπόλοιπα.». Όμως ο Μπερτολούτσι της ζήτησε να καθίσει μαζί του στο κάδρο.  «Ήταν μεγάλη τιμή και όφελος για μένα το να κάθομαι  δίπλα στο σκηνοθέτη», θυμάται, «σε αντίθεση με το να είμαι πίσω από την κάμερα. Ο σκηνοθέτης αισθάνθηκε πολύ άνετα και ανοίχτηκε. Ένιωσε σα να μιλούσε σε έναν άλλο σκηνοθέτη, και όχι σε ένα δημοσιογράφο. Στη συνέχεια, ρύθμισα τη σκηνή και τις γωνίες της κάμερας, κάθισα δίπλα του, και η ιστορία εξελίχτηκε πολύ φυσικά.» Ο Μπερτολούτσι αναφέρθηκε στις  πολιτικές του απόψεις και το πώς αυτές αντανακλώνται στις ταινίες του, που στη συνέχεια η Ισμαΐλο «έντυσε» με εκτενή αποσπάσματα από την ταινία «1900».

Μιλάει ακόμα για την ταινία «Last tango in Paris», (από την οποία υπάρχουν επίσης αποσπάσματα), αναφέροντας ότι ήθελε να κάνει και ταινίες για ψυχαγωγία, και όχι μόνο για πολιτική. Το σημαντικότερο ήταν ότι μίλησε εκτενώς για τις σχέσεις του με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, τον ποιητή και πρωτοπόρο αρνησίθρησκο κινηματογραφιστή που από γείτονάς του κατέληξε να γίνει μέντορας και φίλος του. Η σχέση μεταξύ ενός σκηνοθέτη και ενός άλλου, και η εξερεύνηση του πως η ζωή και η δουλειά ενός σκηνοθέτη μπορούν να επηρεάσουν και να εμπνεύσουν έναν άλλο, καθιέρωσε ένα πρότυπο, το οποίο η Ισμαΐλο εφάρμοσε και σε όλες τις άλλες συνεντεύξεις της.

Η δεύτερη συνέντευξη της Ισμαίλου ήταν με τον θρυλικό Βρετανό σκηνοθέτη Κεν Λόουτς, ο οποίος, όπως και ο Μπερτολούτσι, είναι έντονα πολιτικοποιημένος. Σε αντίθεση, όμως με τον Μπερτολούτσι, ο ακραίος του νατουραλισμός αντιπροσωπεύει το αντίθετο άκρο του φάσματος από το έντονα οπερατικό ύφος του Ιταλού σκηνοθέτη. Όπως σημειώνει η Ισμαΐλο, «η μόνιμη ανησυχία του Λόουτς είναι ο αγώνας της βρετανικής εργατικής τάξης και η μάχη να εξασφαλίσει τα βασικά αγαθά.». Θυμάται, ότι η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε σε ένα υπέροχο εξωτερικό σετ στα Pinewood Studios, έξω από το Λονδίνο. Πριν ξεκινήσουν, ο Λόουτς της ξεκαθάρισε ότι δε θα ήθελε σε καμία περίπτωση να δοθεί η εντύπωση ότι κάνουν βόλτα στον ιδιωτικό του κήπο!». «Είχε τόσο χιούμορ,» θυμάται η Ισμαΐλο, «αλλά ήταν και έντονα πολιτικοποιημένος. Στην αρχή, ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός, αλλά «ανοίχτηκε» και μοιράστηκε πολλές προσωπικές ιστορίες και στιγμές του μαζί μου.»

ΟΙ ΠΟΡΤΕΣ ΑΝΟΙΞΑΝ

Έχοντας εξασφαλίσει δύο από τους πιο δημοφιλείς και αναγνωρισμένους κινηματογραφιστές του κόσμου, η πρόσβαση της Ισμαΐλο και σε άλλους σκηνοθέτες παγκόσμιου βεληνεκούς  ήταν πλέον πιο εύκολη. Η γεωγραφία, το χρονοδιάγραμμα, οι απαιτήσεις των συνεντευξιαζόμενων, αλλά και η ανάγκη να εντάξει κάθε έναν από αυτούς στο ευρύτερο μωσαϊκό του ντοκιμαντέρ, ήταν οι παράγοντες που οριστικοποίησαν τους «ηθοποιούς» της.

Παρά το γεγονός ότι κατάφερε να συγκεντρώσει τόσους λαμπρούς σκηνοθέτες, άντρες και γυναίκες που αντιπροσώπευαν ένα ευρύ φάσμα στιλ και κινηματογραφικών γενεών, υπήρχαν και ορισμένοι σκηνοθέτες τους οποίους προσπάθησε να συμπεριλάβει, αλλά οι οποίοι, είτε δεν ήθελαν, είτε δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν. Μεταξύ αυτών, αναφέρει τους Αμπάς Κιαροστάμι, το συμπατριώτη της Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Βέρνερ Χέρτζογκ, τον Νίκολας Ρέγκ, τον Μάικλ Χάνεκε, τον Βιμ Βέντερς, τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον Ερίκ Ρομέρ, τον Λαρς φον Τρίερ, τον Ουόνγκ Καρ Ουάι, τον Ζαν Γιμού. Περιοριζόμενη σε σκηνοθέτες από την Ευρώπη και την Αμερική, ξεκίνησε ένα ατελείωτο πέρα δώθε μεταξύ των δύο ηπείρων και γυρίσματα σε τοποθεσίες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, όπως η Ρώμη, το Παρίσι, το Λονδίνο, το Λος Άντζελες, το Πόρτλαντ και το Ώστιν του Τέξας.

Κάθε συνέντευξη ήταν διαφορετική. «Ακόμα και η διάρκειά τους διέφερε,» παρατηρεί η Ισμαΐλο, «καθώς δεν υπήρχε ατζέντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι σκηνοθέτες μου έδιναν την ευκαιρία να εξερευνήσω μαζί τους την πόλη για μία ή δύο ημέρες. Άλλοι συμφωνούσαν αρχικά για δύο ώρες που μετά κατέληγαν να περνούν μαζί μου έξι ή επτά. Σε άλλες περιπτώσεις, κάναμε πολλά γυρίσματα σε διαφορετικές τοποθεσίες, έτσι περνούσα μαζί τους μία ολόκληρη ημέρα.» Περιγράφοντας το πώς λειτούργησε η διαδικασία, η Ισμαΐλο σημειώνει ότι «κατά την άφιξή της στο σετ, ανακάλυπτε τους περιορισμούς και τις δυνατότητες που είχε να συνδεθεί με αυτόν που είχε απέναντί της. Είχα πολύ περιορισμένο χρόνο, αλλά με είχαν συνεπάρει τόσο οι συνεντεύξεις, που δεν τον υπολόγιζα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, συνδεόμουν τόσο στενά με τους σκηνοθέτες, ώστε συζητούσαμε και off-camera, επειδή είχαμε μία κοινή περιέργεια για κάτι, ή είχαμε κοινές απόψεις. Ο κινηματογράφος ήταν ο συνδετικός μας κρίκος. Σε τελική ανάλυση, δε θα μπορούσαν να είναι πιο γενναιόδωροι με το χρόνο τους και είμαι τόσο ευγνώμων απέναντι τους.».

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΤΑΖ

Συνολικά τα γυρίσματα διήρκεσαν δυόμισι χρόνια. Το μοντάζ ήταν μια διαδικασία που διήρκεσε περισσότερο από δύο έτη. Δεν ήταν μόνο ότι υπήρχαν πάνω από 250 ώρες διαλόγου που έπρεπε να μπουν σε μία σειρά και να συνδεθούν, υπήρξε επίσης η ανάγκη να συνοδευτούν με υλικό από τις ταινίες του κάθε σκηνοθέτη. Η έρευνα, η επιλογή και η άδεια για τη χρησιμοποίηση αυτών των αποσπασμάτων από ταινίες που έχουν γυριστεί σαράντα χρόνια πριν ήταν ένα πολύ δύσκολο έργο. Όπως σημειώνει η Ισμαΐλο, «η αρχική ιδέα και η πορεία της ταινίας άλλαζε συνεχώς. Είχα τόσο πολύ υλικό, και η ταινία θα μπορούσε να πάει σε τόσες πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις. Οι μοντέρ μου και εγώ εργαστήκαμε πάνω σε πολλά διαφορετικά σενάρια για να δούμε πως θα συνδέσουμε τα διάφορα στοιχεία, και να αποφασίσουμε τι θα σβήσουμε από εκατοντάδες ώρες φιλμ. Αυτή ήταν μία πολύ σκληρή δουλειά που συνοδεύτηκε από καταπληκτικές ιδέες, αλλά και ανησυχίες, αλλά και που από μόνη της, είναι η μαγεία του να κάνεις κινηματογράφο. Αποφασίσαμε, ύστερα από πολλές ώρες εργασίας και συζήτησης ότι το ντοκιμαντέρ θα ήταν τόσο μια προσωπική συγγνώμη και μια προσωπική διαδρομή, και ότι η παρουσία μου στην ταινία ήταν αναπόφευκτη, καθώς ήταν ο συνδετικός κρίκος για όλα τα υπόλοιπα. Ακόμη και τώρα που η ταινία έχει ολοκληρωθεί, κάθε φορά που τη βλέπω, παρατηρώ κάτι που θα ήθελα να αλλάξει -να προσθέσω αυτό, να αφαιρέσω κάτι άλλο, ή να παρουσιάσω κάτι διαφορετικά ώστε να έχει μεγαλύτερη διάρκεια. Τελικά, αποφάσισα να σταματήσω, γιατί εμπλεκόμουν πολύ συναισθηματικά και μου είχε γίνει εμμονή.».

«Αυτό το προσωπικό ταξίδι που έκανα εδώ και τέσσερα χρόνια είναι ένας ύμνος στη δημιουργική διαδικασία, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι σκηνοθέτες πρέπει να παραμείνουν πιστοί στις ιδέες τους», παρατηρεί η Ισμαΐλο. Συνταιριάζοντας αυτήν τη συγκεκριμένη αίσθηση δέσμευσης με τη δική της, σημειώνει ότι, «η ολοκλήρωση αυτής της ταινίας σήμανε το τέλος ενός κύκλου της ζωής μου, και μια διαδικασία αυτοπραγμάτωσης. Το ντοκιμαντέρ «Great directors» ήταν το όνειρό μου, και άλλαξε τη ζωή μου εντελώς, σε τόσα πολλά επίπεδα.» Σημειώνει ότι μια από τις κυριότερες λειτουργίες ενός ντοκιμαντέρ είναι η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση, η Ισμαΐλο ομολογεί ότι η ταινία ήταν το ίδιο εκπαιδευτική για αυτήν όσο θα μπορούσε να είναι και για το κοινό της. Ανάμεσα στα μαθήματα που πήρε -και ελπίζει να μοιραστεί με το κοινό- είναι ότι «το να γνωρίσεις τον τρόπο με τον οποίο κάποιος κάνει κινηματογράφο και να κατανοήσεις τη δουλειά του, είναι εντελώς διαφορετικό από το να τον γνωρίσεις αυτοπροσώπως πίσω από την κάμερα.».

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΜΑΘΗΣΗΣ

Δεδομένου ότι οι μεγάλες ταινίες αντανακλούν πάντα το προσωπικό όραμα του σκηνοθέτη τους, η Ισμαΐλο πίστευε ότι η βασική της ευθύνη ήταν να μας συστήσει αυτούς τους δέκα σκηνοθέτες και να συνδέσει στη μεγάλη οθόνη το ποιοι είναι σαν άνθρωποι, με το έργο τους, ως καλλιτέχνες. Εξετάζοντας αυτούς τους μεγάλους «σκηνοθέτες» αναφέρει ότι, «όλοι έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, χαρακτηριστικά που έχουν όλοι οι σκηνοθέτες, των οποίων τη δουλειά σέβομαι. Είναι ασυμβίβαστοι. Κάνουν τις ταινίες που θέλουν να κάνουν, όπως θέλουν να τις κάνουν».

Συνοψίζοντας, την ουσία που ήλπιζε να βρει, όταν άρχισε τη διαδικασία, η Ισμαΐλο λέει, «ένας μεγάλος σκηνοθέτης θα προσπαθεί πάντα να δημιουργεί ακριβώς αυτό που θέλει χωρίς να κάνει εκπτώσεις σκεπτόμενος την εμπορικότητα, τη δημοτικότητα, ή τις προκαταλήψεις των άλλων ανθρώπων, για το τι είδους κινηματογράφο θα έπρεπε να κάνει.».

Σενάριο-σκηνοθεσία: Άντζελα Ισμαΐλο

Φωτογραφία: Τζον Πιρότζι

Μοντάζ: Κρισίνα Μπερσάρ, Σαμπίν Χόφμαν

Μουσική: Τζόελ Ντούεκ

Συμμετέχουν: Μπερνάντο Μπερτολούτσι, Ντέιβιντ Λιντς, Στίβεν Φρίαρς, Ανι΄ς Βαρντά, Κεν Λόουτς, Λιλιάνα Καβάνι, Τοντ Χέινς, Κατρίν Μπριλά, Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ, Τζον Σέιλς.

Διάρκεια  90΄

Πρώτη προβολή: 30 Σεπτεμβρίου

Διανομή: VILLAGE

GREAT DIRECTORS

Το cinemainfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στην κινηματογραφική τέχνη και τους συντελεστές της. Μια δημιουργία του www.internetinfo.gr

INTERNETINFO © ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ INFO.GR