ΣΙΝΕΜΑ INFO.GR. Ένα website αφιερωμένο στον κινηματογράφο.
ΑΡΧΙΚΗ | ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ | ΤΑΙΝΙΕΣ | ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ | ΗΘΟΠΟΙΟΙ | ΝΕΑ
ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ

ΠΙΣΩ

50o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης - οι ταινίες

Φεστιβάλ Κινηματογράφου

50o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

οι ταινίες

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ

Και οι ταινίες συνεχίζουν το χορό τους. Τα καρέ κάνουν το δικό τους παιχνίδι, προσπαθούν να απορροφήσουν την προσοχή μας. Σε πολλές περιπτώσεις το καταφέρνουν, σε άλλες όμως μας διώχνουν, όπως ένας κακός οικοδεσπότης που δε σε προσέχει καθόλου, δε σου δίνει σημασία, το μόνο που μένει είναι να σε πετάξει έξω από το σπίτι του. Αυτό είναι το συναίσθημα που νιώσαμε μετά από τη θέαση κάποιων ελληνικών ταινιών.

ΟΝΟΜΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑ

Ξεκίνησα τις δημοσιογραφικές προβολές κάπως άσχημα. Μου έτυχε η πρώτη ταινία του Βασίλη Νεμέα, «Άμα δε σε θέλει». Εμπνευσμένος τίτλος, είναι η αλήθεια. Αν αυτή η έμπνευση συνέχιζε και στην υπόλοιπη ταινία, τότε τα πράγματα θα ήταν καλά. Την ταινία δε σώζει ούτε ο Ρένος Χαραλαμπίδης ούτε ο Κλέων Γρηγοριάδης. Η διδασκαλία των ηθοποιών, αν έγινε, ήταν πάρα πολύ κακή. Το σενάριο εντελώς απαράδεκτο και η σκηνοθεσία ακολουθούσε τα κακά τηλεοπτικά πρότυπα. Οι ερωτικές σκηνές, που θα μπορούσαν να έσωζαν την κατάσταση, ήταν άτολμες. Η ταινία χάνεται στο απόλυτο μηδέν.

Ευτυχώς που ακολούθησε μια αιγυπτιακή ταινία, η «Ηλιούπολη» («Heliopolis»), του Ahmad Abdalla. Εδώ έχουμε μια ταινία μυθοπλασίας που μας θυμίζει πολύ ντοκιμαντέρ, μια περιγραφική ταινία για αυτή τη γειτονιά του Καΐρου. Ο ρυθμός είναι εξαιρετικά αργός. Το μοντάζ είναι περιγραφικό και μας δίνει το χρόνο να παρατηρήσουμε τις ανθρώπινες συμπεριφορές, αλλά και το τι έχει αλλάξει σε αυτό το μέρος, ακόμα και αν δεν το έχουμε επισκεφθεί ποτέ. Μέσα, όμως, στο νατουραλισμό της χάνει την αξία της και έτσι έχουμε την απώλεια σημαντικών πληροφοριών για τον τόπο και τους ανθρώπους, αφού ο θεατής χάνει το ενδιαφέρον του.

Αντίθετα, στην ταινία της Julia Solomonoff, «Το τελευταίο καλοκαίρι της Μπογίτα» («The last summer of  la Boyita»), έχουμε ένα πολύ δυνατό θέμα. Εδώ πρωταγωνιστεί ένα παιδί που είναι ερμαφρόδιτο. Είναι κορίτσι και αγόρι. Οι γονείς του έχουν γνώση αυτού του βιολογικού προβλήματός του, όμως δεν έχουν κάνει τίποτε. Μια φίλη του το ανακαλύπτει και το αναφέρει στον πατέρα της που είναι γιατρός. Αυτός θα το ερευνήσει και θα πείσει τους γονείς του παιδιού να το πάει σε ένα νοσοκομείο με εξειδικευμένους επιστήμονες. Η ταινία πιάνει πολύ ζεστά και ανθρώπινα αυτό το πολύ σοβαρό θέμα που ακόμα και σήμερα σοκάρει πολλούς.

Ο σκηνοθέτης διαπραγματεύεται το θέμα πολύ ανθρώπινα, με πάρα πολύ προσοχή, καταφέρνει να μην προσβάλλει τα πρόσωπά του. Δεν καταφεύγει στην εύκολη συγκίνηση, το μοντάζ δημιουργεί αυτές τις πτυχές που παρουσιάζονται προοδευτικά για να μας δείξουν τη σοβαρότητα του θέματος, το ανθρώπινο δράμα και το πάθος των παιδικών ψυχών που θέλουν να βιώσουν έναν εφηβικό έρωτα.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Η στεναχώρια ενός κριτικού κινηματογράφου, όταν μάλιστα δημοσιογραφεί για αρκετά χρόνια, όπως εγώ, είναι όταν βλέπει ένα σκηνοθέτη να έχει ξεκινήσει πολύ δυναμικά και να πέφτει σιγά-σιγά σε ένα βάλτο της αφήγησης. Ο λόγος για τον Κυριάκο Κατζουράκη, για την ταινία του «Μικρές εξεγέρσεις», η τρίτη του ταινία, μετά από την πολύ καλή «Ο δρόμος προς τη Δύση» (2003) και «Γλυκιά μνήμη» (2005). Τα δύο έργα που αναφέραμε ανέβηκαν και στο θέατρο. Οι «Μικρές εξεγέρσεις» έχουν όλα τα προσόντα να κάνουν ένα ντεμπούτο στο θεατρικό χώρο.

Η κοινωνία σε μια μικρή πόλη εξετάζεται από τρεις διαφορετικές ματιές. Αυτή της γυναίκας του ξενοδόχου, η οποία συμμετάσχει στον ερασιτεχνικό θίασο, του ίδιου του ξενοδόχου, ο οποίος είναι μαφιόζος και έμπορος λευκής σάρκας, και ενός ζωγράφου που θέλει να μείνει λίγο σε αυτό το ξενοδοχείο για να μελετήσει τις ζωγραφιές του Πανσέληνου. Δυνατό θέμα που απαιτεί μια ελάχιστη συνοχή και ένα παράθυρο για να έχει ο θεατής μια διαφυγή προς το παγκόσμιο. Αυτό όμως το παράθυρο δεν εμφανίζεται ποτέ.

Ίσως εκεί αυτό το αποσπασματικό και πολύ εικαστικό έργο να είχε κάποιο νόημα στο θέατρο. Θέλω να πω για την αναγωγή από το πολύ γενικό στο ειδικό. Στον κινηματογράφο, οι κώδικες αυτής της γλώσσας είναι εντελώς διαφορετικοί. Εδώ θέλουμε να πάμε από το πολύ ειδικό στο γενικό, στο παγκοσμιοποιημένο. Ο Κατζουράκης κλείνει το θέμα του, το περιορίζει, δημιουργεί μικρά αποσπάσματα που θα μπορούσαν να είναι οι ψηφίδες ενός μεγάλου φρέσκο, αν βέβαια υπήρχαν αυτές οι συνδέσεις που θα μας πήγαιναν από το ένα πεδίο αφήγησης στο άλλο. Έτσι έχουμε ένα καθαρά θεατρικό έργο που έγινε μια προσπάθεια να μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Τα εικαστικά κομμάτια δε σώζουν την κατάσταση, ούτε η πολύ καλή ερμηνεία της Κάτιας Γέρου, μόνιμη πρωταγωνίστρια του Κατζουράκη.

Χειρότερη ήταν η αποτυχία του Ερρίκου Ανδρέου, στην ταινία «Μοιραία σχέση». Ο σκηνοθέτης του «Εφιάλτη» (1961), μια από τις καλές ταινίες του λεγόμενου παλιού ελληνικού κινηματογράφου, κάνει, το 2009, αυτή την ταινία. Από το πρώτο πλάνο μέχρι το τελευταίο έχουμε την εντύπωση ότι είμαστε στον κινηματογράφο του 1960. Αυτό, βέβαια, δεν είναι κακό. Είναι καταστροφικό όταν οι ατάκες είναι φαιδρές, η κίνηση της κάμερας δεν είναι άτολμη και δεν περιγράφει το χώρο και τις συμπεριφορές.

Το θέμα, εξάλλου, είναι πολύ μπανάλ. Η τρομοκρατία στην Ελλάδα, τη δεκαετία του 1950, η οποία εξασκείται από την κυβέρνηση. Διωγμοί, μίση και κόντρες μεταξύ των κατοίκων στη Λευκάδα και των παραθεριστών. Κάπου εκεί σκάει μύτη και ο έρωτας, ο οποίος θα ενώσει τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, θα φέρουν αντίσταση όμως οι γονείς. Χιλιοπαιγμένο θέμα, το οποίο, σε αυτή την ταινία δεν πιάνεται με έναν άλλον διαφορετικό τρόπο.

Και οι ταινίες συνεχίζουν την παρέλασή τους. Εμείς προσπαθούμε να βρούμε τις καλύτερες και να τις δούμε, τελικά να γράψουμε για αυτές, ενώ γύρω μας, σε ένα μεγάλο μέρος της πόλης, γίνεται ένας χαμός από εκδηλώσεις και χάπενινγκ που αφορούν στον κινηματογράφο.

Γιάννης Φραγκούλης

ΒΙΑ ΚΑΙ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΦΙΛΙΠΠΙΝΕΣ

Βουτιά στην πιο βαθιά κόλαση κάναμε με την ταινία του Φιλιππινέζου σκηνοθέτη Τζιμ Λιμπιράν «Η φυλή», στο 50ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η ταινία αρχίζει με μια φανταχτερή θρησκευτική εκδήλωση και στη συνέχεια δείχνει τα σοκάκια και τα εσωτερικά των σπιτιών στο Τόντο, την πιο κακόφημη συνοικία της Μανίλα. Τρώγλες χωρίς αποχέτευση, παιδιά γυμνά και εκτόνωση των μεγάλων με ναρκωτικά και σεξ. Οι ομάδες θανάτου από αγόρια και κορίτσια είναι που κυριαρχούν στην περιοχή.

Όποιος θέλει να γίνει μέλος πρέπει πρώτα να δοκιμαστεί. Θα γνωρίσει τη βία από πρώτο χέρι, αλλά ο δοκιμαζόμενος το θεωρεί τιμή του να ανήκει στην ομάδα του τάδε ή του δείνα αρχηγού. Κάποια στιγμή βρίσκουν αιμόφυρτο το πτώμα ενός μέλους ομάδας. Οι σύντροφοι του ορκίζονται εκδίκηση. Στην αγρυπνία του νεκρού, κάνουν συμμαχία με μία ακόμη ομάδα και συγκεντρώνονται για να επιδράμουν στη δολοφονική αντίπαλη ομάδα.

Τέτοιες επιδρομές βίας από ομάδες νεαρών συμβαίνουν και σε άλλες χώρες και συνέβαιναν σχεδόν πάντα. Είναι η ενηλικίωση του πετροπόλεμου που επιδίδονται τα παιδιά και σε «πολιτισμένες» γειτονιές, αλλά είναι άλλο πράμα όταν αυτό συμβαίνει στη Μανίλα με την κατανάλωση ναρκωτικών, την αποχαυνωτική ζέστη και τη γενικευμένη ανεργία.

ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΚΑΙ ΓΙΑΠΩΝΕΖΟΙ
ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

Αντίθετα, ο Ναγκίσα Οσίμα δε μας πείθει με τη βία σε στρατόπεδο αιχμαλώτων, απλά επειδή είναι σκηνοθετημένη, ενώ στη Μανίλα είναι αληθινή και κυκλοφορεί μαζί με τα βρώμικα νερά των δρόμων.

Στο Ναγκισα Οσίμα αρέσει η βία, το αίμα, το χαρακίρι. Όλα αυτά τα χαίρεται με την ψυχή του στην ταινία «Καλά Χριστούγεννα κύριε Λώρενς». Στη Θεσσαλονίκη, για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου βρίσκεται και ο παραγωγός της ταινίας Τζέρεμυ Τόμας, ο οποίος, όπως είπε, επέλεξε ο ίδιος να παρουσιαστεί η ταινία, αν και είναι γυρισμένη πριν από 25 χρόνια. Παραγωγός μεγάλων επιτυχιών, ένα βράδυ λέει, στις Κάννες, καθόταν δίπλα στο τραπέζι του ο Οσίμα. Έγινε η γνωριμία και λίγο καιρό μετά ο Οσίμα του έστειλε ένα σενάριο. Αποφασίστηκε να το γυρίσουν.

Αναφέρεται σε ένα ιαπωνικό στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στην Ινδονησία το 1942, στο οποίο βρίσκεται και ο συνταγματάρχης Τζών Λώρενς. Τα γυρίσματα έγιναν στον τόπο της αιχμαλωσίας, σε ένα ειδυλλιακό νησί του Ειρηνικού. Οι Γιαπωνέζοι αποστρέφονται τους αιχμαλώτους επειδή επιτρέπουν στον εαυτό τους να ζουν υπό καθεστώς κράτησης και (εννοείται) δεν αυτοκτονούν όπως θα έκαναν οι ίδιοι με χαρακίρι, πολλές φορές για ψύλλου πήδημα, όπως γνωρίζουμε από την ιαπωνική παράδοση. Αναλαμβάνουν λοιπόν οι ίδιοι να τους διδάξουν την τιμή με χαρακίρια κατά παραγγελία, ανελέητο ξύλο, ανείπωτους εξευτελισμούς. Παρά τα διάφορα βραβεία που έχει πάρει η ταινία δε μας πείθει. Είναι τόση η υπερβολή ώστε να απευθύνεται μόνο στους ρέκτες του είδους. Άλλος αρέσκεται στους δράκουλες, άλλος στα πορνό, άλλος στα χαρακίρια.

ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ

Η Ηλιούπολη είναι το προάστιο του Καΐρου που φτιάχτηκε από βαθύπλουτους Έλληνες και ήταν γνωστό για τα πολυτελή εστιατόρια, τα μυθικά ξενοδοχεία του και τους πολλούς ευρωπαϊκούς κινηματογράφους. Ένας Έλληνας, ονόματι Μίλας, ήταν ιδιοκτήτης δεκάδων κινηματογραφικών αιθουσών και διέθετε τα πιο καλά εξοπλισμένα στούντιο παραγωγής ταινιών, αντίστοιχα με αυτά της Τσινετσιτά. Το πολυεθνικό πλήθος που κυκλοφορούσε ήταν ντυμένο με τα τελευταία μοντέλα του Παρισιού, τα γαλλικά αρώματα τα σκόρπαγε η αύρα, διάσημοι Ευρωπαίοι τραγουδιστές και χορεύτριες έδιναν σόου στα φημισμένα καμπαρέ και οι ελληνικοί θίασοι με τους μεγαλύτερους ηθοποιούς μας στάθμευαν για καιρό εκεί. Όλα αυτά, μέχρι που ξεκίνησε η επανάσταση του Νάσερ και εκδιώχθηκαν οι ξένοι. Από το 1952 και μετά, τα ξενοδοχεία άδειασαν, τα εστιατόρια και τα καμπαρέ έκλεισαν και τα κτήρια άρχισαν να καταρρέουν…

Ο Αιγύπτιος σκηνοθέτης Αχμάντ Αμπντάλα παίρνει τη φωτογραφική του μηχανή και βρίσκει κάποιους εναπομείναντες Έλληνες να του αφηγηθούν τα περασμένα μεγαλεία. Γυρίζει επίσης και στα ραφτάδικα, στους φούρνους, και μιλάει με τους ντόπιους επιζώντες υπαλλήλους ή καταστηματάρχες. Η ταινία κυλάει με μικροεπεισόδια από την καθημερινή ζωή των κατοίκων με φόντο τις άλλοτε αριστοκρατικές συνοικίες του Καΐρου, ανάμεσα στα ερείπια των άλλοτε λαμπρών κατοικιών.

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Ο Ούγγρος σκηνοθέτης, Βίκτωρ Όσκαρ Νάγκι, αναφέρεται στην ιστορία ενός αποφυλακισμένου ο οποίος αγοράζει ένα χωράφι για να καλλιεργήσει αμπέλια και να ασχοληθεί και ο γιος του με αυτό για να μην έχει τη δική του τύχη. Όμως δεν μπορεί κανείς να είναι και ηθικός και ανήθικος, αφού συζεί με τη νεαρή αδελφή της γυναίκας του που την επιθυμεί και ο γιος. Σε κάθε λογική πρόταση του πατέρα ο γιος αντεπιτίθεται προκλητικά, μέχρι που μπλέκει σε μια απάτη και είναι πλέον βουτηγμένος μέχρι το λαιμό. Το ατού της ταινίας είναι η φωτογραφία.

Η «Καντίνα», του Σταύρου Καπλανίδη, είναι στημένη στην άκρη ενός παλιού παραλιακού δρόμου και λειτουργεί από τη δύση του ηλίου μέχρι να ξημερώσει. Ο ιδιοκτήτης, ένα 40ρης, εργάζεται σκληρά για το μεροκάματο μαζί με το βοηθό του και με ένα σεκιουριτά με βεβαρημένο ποινικό μητρώο.

Στην κωμωδία που έστησε ο σκηνοθέτης αφηγείται διάφορα περιστατικά από τη ζωή των πελατών που σταθμεύουν, τα οποία όμως δε δένουν μεταξύ τους και το σενάριο διαρκώς σκοντάφτει. Έξοχα είναι τα σκηνικά και η υπαίθρια ατμόσφαιρα που έφτιαξε ο Τάσος Ζωγράφος, καθώς και οι πολύ ελληνικές σκηνές, όταν κάποιοι περαστικοί αφού φάνε τα σουβλάκια τους στην καντίνα και πιούνε και δυο ποτηράκια το στήνουν στον καλαματιανό. Εξαιρετική είναι η ερμηνεία του πρωταγωνιστή Αλέξανδρου Λογοθέτη.

Ξένη Μουχίμογλου

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ

Το cinemainfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στην κινηματογραφική τέχνη και τους συντελεστές της. Τα πάντα για τον κινηματογράφο. Μια δημιουργία του www.internetinfo.gr

INTERNETINFO © ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ INFO.GR