ΣΙΝΕΜΑ INFO.GR. Ένα website αφιερωμένο στον κινηματογράφο.
ΑΡΧΙΚΗ | ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ | ΤΑΙΝΙΕΣ | ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ | ΗΘΟΠΟΙΟΙ | ΝΕΑ

ΠΙΣΩ

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ - 40o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΤΕΥΧΟΣ 1

Κινηματογράφος & επικοινωνία

ΤΕΥΧΟΣ 1 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2000

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ Μια φτωχή χρονιά

40o ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Κυριακή, 9.30 το πρωί και έξω από τις αίθουσες Cine Προβλήτα 1 και 2 περιμένουν τουλάχιστον 20 άτομα. Οι πόρτες είναι κλειστές, αυτοί περιμένουν για να κόψουν το εισιτήριο. Μια εικόνα που σπάνια κανείς συναντά σε Φεστιβάλ. Ψίθυροι ανάμεσα στους θεατές, προσπαθούν να ανιχνεύσουν ποια είναι η καλή ταινία, δε ρισκάρουν για να μην χάσουν μια άλλη που παίζεται την ίδια ώρα. Τέτοιες εικόνες σίγουρα μας ευχαριστούν. Το Φεστιβάλ έχει κερδίσει την αξιοπιστία του κοινού, έχει δημιουργήσει στη Θεσσαλονίκη πραγματικούς κινηματογραφόφιλους, φανατικούς φίλους του ποιοτικού, «δύσκολου» κινηματογράφου. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η αγάπη του κοινού για τις ελληνικές ταινίες είναι δεδομένη. Δυσπιστία που τελικά γίνεται βεβαιότητα ότι ακόμα ο «δείκτης» του κινηματογράφου δεν έχει αρχίσει να ανεβαίνει.

ΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ

Το σίγουρο είναι ότι το επίπεδο των ελληνικών ταινιών δεν είναι το καλύτερο, πεσμένο σχετικά με πέρυσι. Δεν μπορεί κανείς να μιλά για το αριστούργημα. Ακόμα δεν ήρθε! Μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει δύο τάσεις: η μια επιμένει να κάνει ελληνικό κινηματογράφο, η άλλη προσπαθεί να μιμηθεί κάποια ξένα πρότυπα. Η πρώτη τάση αριθμεί ταινίες που βασίζονται στην ελληνική ιστορία και στον πολιτισμό, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια. Δυστυχώς μόνο μία ταινία, στις ελληνικές συμμετοχές, σε αυτό το Φεστιβάλ, έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Κατά συνέπεια, ο όλο και λιγότερος αριθμός ταινιών στις οποίες μπορεί κανείς να διακρίνει την ελληνική φιλοσοφία επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι δε νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για ελληνική κινηματογραφία, αλλά για μεμονωμένες προσπάθειες κάποιων δημιουργών που δίνουν την ψευδαίσθηση μιας ελληνικής κινηματογραφίας. Ευτυχώς αυτή η ταινία πήρε τα βραβεία της ΠΕΚΚ, της FIPRESCI και του κοινού. Αυτό σημαίνει ότι το κοινό «οσμίζεται» και, παραδόξως, συμφωνεί με τους κριτικούς από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η άλλη τάση θέλει έναn κινηματογράφο που προσπαθεί να μιμηθεί αυτόν των μεγάλων κινηματογραφιών, της Αμερικής, της Γαλλίας, της Αγγλίας. Ποια είναι όμως τα μέσα που θα στηρίξουν μια ανάλογη παραγωγή; Ποιες είναι οι πολιτικές που θα δημιουργήσουν ένα ανάλογο θεσμικό πλαίσιο που θα στηρίξει αυτές τις παραγωγές; Στην Ελλάδα, απλούστατα, δεν υπάρχουν, ακόμη δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι υπάρχει περίπτωση να διαμορφωθούν στο προσεχές μέλλον. Κατά συνέπεια οι αντίστοιχες κινηματογραφικές προσπάθειες είναι καταδικασμένες να αποτύχουν, να είναι μια κακή μίμηση ενός ξένου προϊόντος. Θα μπορούσε κανείς να ανοίξει έτσι μια μεγάλη κουβέντα για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου. Θα πρέπει να βρει την απάντηση πρώτα-πρώτα σε ένα άλλο ερώτημα: Οι μηχανισμοί λήψεων αποφάσεων σίγουρα θέλουν να υπάρξει ελληνικός κινηματογράφος και όχι ένα υποκατάστατο κάποιου «προτύπου»;

Η μεγάλη, και ευχάριστη, έκπληξη ήταν η ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων, η μόνη ελληνική ταινία που είχε στοιχεία ελληνικού πολιτισμού. Η φύση περιγράφεται με τον πιο γοητευτικό τρόπο χωρίς να είναι μια καρτ ποστάλ, το χιούμορ είναι πραγματικά ελληνικό, αυθόρμητο, πηγαίο, η αγροτική Χίος «ανασταίνεται» δια μέσου των εικόνων χωρίς να πέφτει σε ένα στείρο ακαδημαϊσμό, οι χαρακτήρες χτίζονται με προσοχή, οι ερασιτέχνες ηθοποιοί διδάσκονται από τον σκηνοθέτη και παίζουν σαν επαγγελματίες. Τα πολύ προσεγμένα πλάνα συνδέονται με το μοντάζ για να δομήσουν μια ιστορία ευχάριστη στην αφήγηση. Χωρίς να λείπει η αριστοτελική δομή της αφήγησης (βλέπε την «Ποιητική» του Αριστοτέλη), υπάρχει έντονα η προσωπική ματιά που δίνει στην ταινία μια μοναδικότητα. Είναι δύσκολο κανείς να ανακαλύψει τις ρίζες των αρχαίων μύθων που υπάρχουν στην ταινία, αλλά παρόλα αυτά υπάρχουν και λειτουργούν υποσυνείδητα, χωρίς να κραυγάζουν για την παρουσία τους. Ο έρωτας είναι μια ιεροτελεστία σε αυτή την ταινία, κινηματογραφείται με την λεπτότητα και την γλυκύτητα που του αρμόζει. Δεν είναι τυχαία η ταύτιση των απόψεων, κριτικών και κοινού!

ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Πίσω από αυτή την ταινία υπήρχαν κάποιες άλλες που είχαν τα χαρακτηριστικά της άρτιας παραγωγής. Αυτές είναι οι ταινίες που μας εμποδίζουν να πέσουμε στην μεγάλη απελπισία. Να αναφέρουμε τον Ανθό της λίμνης, του Σταμάτη Τσαρουχά, που διαπραγματεύεται τη ζωή των κατοίκων στην τουρκοκατεχόμενη Καστοριά, στις αρχές του αιώνα μας. Όμως οι σεναριακές αδυναμίες είναι ορατές: δεν μπορεί να είναι πιστευτό ότι ένας νέος με την επαφή που έχει με έναν αντάρτη, αποφασίζει να βγει στην αντίσταση. Κάτι μεγαλύτερο θα έπρεπε να είχε συμβεί, για παράδειγμα μια μάχη με τους Τούρκους ή κάτι άλλο. Η μανιέρα του Νικολαΐδη, στο Θα σε δω στην κόλαση, αγάπη μου, ήταν επαναλαμβανόμενη και μέχρι ενός σημείου ενοχλητική. Η μαύρη ατμόσφαιρα δεν έδενε με τις επαναλαμβανόμενες ερωτικές σκηνές, σαν κάτι που έπρεπε να γίνει, με τους εμετούς (που γιατί θα έπρεπε να γίνονται τόσο συχνά;), με τα γυρίσματα στο χρόνο τα οποία δε σηματοδοτούνται και δεν οριοθετούνται από τίποτε. Έτσι η ταινία μένει χωρίς συγκεκριμένες αναφορές, μετέωρη σε μια καλοφτιαγμένη ατμόσφαιρα από την οποία λείπει η λογική, κάτι που το συναντάς στις ταινίες του Αρτζέντο, για παράδειγμα.

Μια κακή θεατρική παράσταση θύμιζε ο Βυσσινόκηπος, του Μιχάλη Κακογιάννη. Κακή θεατρική παράσταση επειδή ήταν ποτισμένη σε ένα στείρο ακαδημαϊσμό. Πολύ καλές ερμηνείες (από τεχνικής πλευράς) που δεν έδεναν μεταξύ τους. Η ταινία δεν καταφέρνει παρά να αποπειραθεί να διηγηθεί την ιστορία του Τσέχοφ. Εκείνο που θα έπρεπε να κάνει είναι να βρει την κεντρική ουσία της διήγησης και από εκεί να αναδομήσει μια άλλη αφήγηση, σύμφωνα με τις δικές τους συνιστώσες, κάτι που κατάφερε ο Sasa Gedeon, με την ταινία Η επιστροφή του ηλίθιου (Navrat idiota), από την Ουγγαρία, μια ταινία εμπνευσμένη από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι. Τα Νυχτολούλουδα, του Νίκου Γραμματικού, έχουν ένα εύρημα: η ιστορία των τυφλών παιδιών, η προσπάθειά τους να ζήσουν όπως οι άλλοι, δίνει μια ποιητική έκφραση στο φιλμικό προϊόν και έτσι η ταινία ξεφεύγει από το ακαδημαϊκό. Αυτό δυστυχώς δε συμβαίνει με τα άλλα ντοκιμαντέρ. Το Καναρινί ποδήλατο, του Δημήτρη Σταύρακα, αν και έχει ένα ικανοποιητικό σενάριο δεν καταφέρνει να ξεφύγει από την παγίδα του ακαδημαϊκού και του χιλιοειπωμένου.

Μένουν ακόμη δύο ελληνικές ταινίες που τράβηξαν την προσοχή μας. Το Peppermint, του Κώστα Καπάκα, και το Χώμα και νερό, του Πάνου Καρκανέβατου. Η πρώτη με ένα υποτυπώδες σενάριο φτιάχνει μια συμπαθητική ιστορία η οποία καταφέρνει να μας διηγηθεί μια συνηθισμένη ιστορία με ένα συνηθισμένο τρόπο. Η δεύτερη έχει κινηματογραφικές αρετές, έχει ένα σενάριο το οποίο δομείται αρκετά καλά, αλλά όλα αυτά μέχρι ενός σημείου: όταν πέφτουν οι συμβολισμοί, οι ονειρικές καταστάσεις που τεμαχίζονται με την χρήση του μοντάζ(!), στοιχεία που βρίσκονται στην ταινία έτσι για να υπάρχουν, χωρίς να υπακούουν σε μια συγκεκριμένη λογική, να δείχνουν μια διανοητική αλλαγή παράλληλα με την σεναριακή η ταινία χάνεται.

Κάπως έτσι θα μπορούσε κανείς να σκιαγραφήσει την ελληνική κινηματογραφική παραγωγή ταινιών μεγάλου μήκους, όπως την είδαμε στην Θεσσαλονίκη. Κάποιες ταινίες δεν ήρθαν στο Φεστιβάλ επειδή το ήθελαν οι σκηνοθέτες τους, οι οποίοι διάλεξαν να μην συμμετάσχουν στα Κρατικά Βραβεία. Σε αυτή την εικόνα αναφερθήκαμε στην εισαγωγή μας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ

40ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Το cinemainfo.gr είναι ένα website αφιερωμένο στην κινηματογραφική τέχνη και τους συντελεστές της. Μια δημιουργία του www.internetinfo.gr

INTERNETINFO © ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ INFO.GR